Οι κινηματογραφικές προτάσεις του ηλεκτρονικού πολυπεριοδικού ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΗΣΚΙΟΥ | ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ

27.6.18

1945 (ταινία, 2017)
















Κάποια ζεστή ημέρα του Αυγούστου του 1945, κι ενώ οι κάτοικοι ενός μικρού χωριού είναι αφοσιωμένοι στην προετοιμασία για το γάμο του γιου του τοπικού ιερέα, καταφθάνουν στον σταθμό των τρένων δύο Ορθόδοξοι Εβραίοι κουβαλώντας κάποια μυστηριώδη δέματα. Οι χωρικοί τρέμουν στην ιδέα πως πρόκειται για επιζώντες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που θα διεκδικήσουν τη χαμένη τους περιουσία... 

Μιλώντας με ευαισθησία για ένα παραγνωρισμένο θέμα της ευρωπαϊκής ιστορίας, ο σκηνοθέτης τολμά να ανοίξει το θέμα και να αποτυπώσει σ' αυτό το ασπρόμαυρο πορτρέτο μιας ρημαγμένης γης όλες τις γκρίζες ζώνες που καταπατούν οι άνθρωποι σε καιρό ειρήνης.

Σκηνοθεσία: Ferenc Török Σενάριο: Gábor T. Szántó, Ferenc Török Ηθοποιοί: Péter Rudolf, Bence Tasnádi, Tamás Szabó Kimmel, Dóra Sztarenki, Ági Szirtes


Ferenc Török: Το «1945» είναι η πιο ασπρόμαυρη εποχή της ιστορίας μας

 Ο βραβευμένος ούγγρος σκηνοθέτης μας μίλησε για την πιο ανεξερεύνητη και λιγότερο συζητημένη εποχή 

Γιάννης Νένες στην AthensVoice

Βρισκόμαστε στον Αύγουστο του 1945, σκληρή, ασπρόμαυρη εποχή αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που έχει ρημάξει την Ευρώπη. Δύο Εβραίοι επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος καταφθάνουν σε ένα ουγγρικό χωριό, κουβαλώντας ένα μυστηριώδες κουτί, για να εκπληρώσουν ένα ιερό χρέος προς τους νεκρούς τους. Οι κάτοικοι του χωριού, καχύποπτοι και ένοχοι για οικειοποίηση ξένων περιουσιών στη διάρκεια του πολέμου, φτάνουν σε παρανοϊκές αντιδράσεις που θα αλλάξουν, μέσα σε μία μέρα, τη ζωή πολλών…

Μια ασπρόμαυρη ταινία που θυμίζει γουέστερν και ιταλικό νεορεαλισμό. Μία σκληρή, γήινη ταινία, γεμάτη κυνισμό, ανέκφραστους ανθρώπους, σκυλιά που αλυχτούν, ξεχαρβαλωμένα ποδήλατα, σπασίματα και φωτιές, μία μισο-κατεστραμμένη ζωή μετά τον πόλεμο, με μυστικά και ενοχές που ξεσπούν στην καλοκαιριάτικη κάψα. Χαρακτηριστική ατάκα από την ταινία: «Αν ρωτήσει κανείς, τα πράγματα δεν είναι εδώ. Τα πήραν οι Γερμανοί. Ή οι Ρώσοι». 

Σε αυτό το δίπολο κινείται η ταινία του βραβευμένου με το βραβείο Μπέλα Μπαλάζ, ούγγρου σκηνοθέτη Ferenc Török. Η ταινία προβλήθηκε στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και πήρε το τρίτο βραβείο κοινού στο Panorama. 

Με αφορμή την προβολή της ταινίας στους αθηναϊκούς κινηματογράφους, ο Ferenc Török απαντάει στις ερωτήσεις της A.V.

Γιατί επιλέξατε την περίοδο μετά τον πόλεμο για την ταινία σας και ποιες ήταν οι αναφορές που θέλατε να κάνετε για τη σύγχρονη εποχή;

Το έτος 1945 είναι σίγουρα η πιο ανεξερεύνητη και λιγότερο συζητημένη εποχή της ιστορίας μας. Έχω σκεφτεί πολύ για το τι συνέβη μετά τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Αυτός είναι ένας κενός χώρος στην ουγγρική ιστορία. Οι σκέψεις μου ήταν σχετικά με το θάψιμο μυστικών και την αποδοχή του τι συνέβη. Επίσης για την προσπάθεια να γίνει κάτι, να γίνουμε ανεξάρτητοι, αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο. Στην Ουγγαρία δεν υπήρξε αποκατάσταση για τα κατασχεθέντα ακίνητα των ανθρώπων, αλλά κυρίως δεν υπήρξε συμβολική αποζημίωση. Το κράτος αποδέχθηκε τη νομική ευθύνη για τα κατασχεθέντα ακίνητα, αλλά αποφάσισε ότι δεν υπάρχει πραγματική οικονομική βάση για την αποπληρωμή των τιμών όλων των πρώην ακίνητων περιουσιακών στοιχείων που κατασχέθηκαν και εθνικοποιήθηκαν κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και υπό το κομμουνιστικό καθεστώς. Στη δεκαετία του ’90, αυτό ήταν ένα μεγάλο θέμα σε όλη την Ευρώπη. Η αντανάκλαση στο σήμερα είναι σημαντική, υπάρχουν αναλογίες αλλά είναι και μια πολύ διαφορετική εποχή. Με τη ματιά του παρόντος όμως μπορούμε να δούμε το παρελθόν.

To «1945» είναι συμβολικό για όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη ή συγκεκριμένα για την ουγγρική πραγματικότητα; Και με ποιον τρόπο;

Η χρονιά του 1945 είναι ένα σημείο εκκίνησης παντού. Τείνουμε να τονίζουμε περισσότερο τη χαρά για το τέλος του πολέμου φυσικά, αλλά υπήρχαν και αρνητικές πλευρές σε εκείνη την περίοδο. Για την Ουγγαρία είναι ιδιαίτερη περίοδος γιατί ήταν η εποχή της μετάβασης ανάμεσα σε δύο δικτατορικά συστήματα, ανάμεσα στο φασιστικό και το κομμουνιστικό καθεστώς.

Στην ταινία βλέπουμε μία έντονα πατερναλιστική κοινωνία να ισχύει στο χωριό. Είναι και αυτή τυπική εκείνης της εποχής;

Νομίζω ότι είναι τυπική σε όλες τις περιοχές, αλλά όσο πιο πολύ πλησιάζουμε στην Ανατολή τόσο πιο έντονη γίνεται. Είναι μια φεουδαρχική κληρονομιά και αυτό το χωριό στην ταινία κυβερνάται από αυτή τη διεφθαρμένη μαφία, η οποία χρησιμοποιεί τη δύναμη της εκκλησίας και της αστυνομίας και χειραγωγεί τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους.

Με ποιον τρόπο έχει αλλάξει, ή όχι, η Ευρώπη από το 1945;

Ευτυχώς η Ευρώπη έχει αλλάξει πολύ, αλλά πρέπει δυστυχώς και να παραδεχτούμε ότι μερικά πράγματα παραμένουν ίδια. 

Πιστεύετε ότι ένας πόλεμος στη σημερινή εποχή θα έκανε τους ανθρώπους να αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο που συνέβη με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Είχαμε την ευκαιρία να το δούμε αυτό στον Βαλκανικό πόλεμο στη δεκαετία του ’90 και ήταν ο ίδιος τρόμος, όταν οι γείτονες σκότωναν ο ένας τον άλλο από μία εθνικιστική τρέλα. 

Στην ταινία σας βλέπουμε πολλά πράγματα της καθημερινότητας να σπάζονται, να καίγονται, να καταστρέφονται – και μετά, στο δεύτερο μέρος, βλέπουμε προσωπικά αντικείμενα να τους συμπεριφέρονται με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Πώς το σχολιάζετε αυτό;

Εκείνη η περίοδος ήταν η καταστροφή για τους αμαρτωλούς και ένοχους που εκμεταλλεύτηκαν τον πόλεμο και τους ανήμπορους ανθρώπους, και περίοδος αισιοδοξίας για ένα νέο ξεκίνημα για τους αθώους επιζήσαντες.

Πιστεύετε ότι η ξενοφοβία ήταν πάντα όπως είναι σήμερα;

Ναι, η ξενοφοβία είναι μόνιμη και ο λαϊκισμός τη χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς, παρουσιάζοντάς την συχνά σαν κάτι πιο επικίνδυνο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Γιατί επιλέξατε να γυρίσετε την ταινία σε ασπρόμαυρο;

Για μένα εκείνη η περίοδος είναι ασπρόμαυρη. Όλες οι φωτογραφίες, όλα τα κινηματογραφικά επίκαιρα ήταν έτσι. Δεν μπορώ να φανταστώ το «1945» με διαφορετικό τρόπο, είναι αυθεντικό έτσι. Κατά κάποιο τρόπο και η δουλειά ήταν πιο εύκολη, δεν είχες να συγκεντρώνεσαι στα χρώματα. Είχαμε πιο πολύ χρόνο να ασχοληθούμε με τη σύνθεση και τις ερμηνείες. Η σύνθεση είναι πιο έντονη σε ασπρόμαυρο και θέλαμε το κοινό να συγκεντρωθεί περισσότερο στην ιστορία, στο ανθρώπινο δράμα. Ήταν η πρώτη φορά που γυρίζω σε ασπρόμαυρο. Ο κινηματογραφιστής μου, Elemer Ragalyi, είναι 80 χρονών. Ήταν 5 ετών την εποχή που διαδραματίζεται αυτή η ιστορία, έχει κάποιες πολύ ατμοσφαιρικές αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Το δίλημμα που θέτει η ιστορία απαιτεί μαύρο και άσπρο. Υπάρχει επίσης μια αναγέννηση του ασπρόμαυρου, το Instagram των παιδιών μου έχει ασπρόμαυρα φίλτρα. Υπάρχει, λοιπόν, και μερικές φορές είναι ο καλύτερος τρόπος για την εξέλιξη του δράματος.

Στο «1945» υπάρχει μία ιδιαίτερη αίσθηση από φιλμ γουέστερν, στα τοπία, στη μουσική υπόκρουση, στη σκληρότητα των ανθρώπων. Εάν ισχύει αυτό, είναι κάτι που έγινε σκόπιμα; 

Όλη η ιστορία διαδραματίζεται μέσα σε 3-4 ώρες μόνο, όπως σε μία αρχαία ελληνική τραγωδία. Μοιάζει με γουέστερν, συμφωνώ. Μία σημαντική αναφορά είναι το «High Νoon» (σ.σ. ελληνικός τίτλος «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές»). Πάντα ήθελα να κάνω μία ταινία σε πραγματικό χρόνο μέσα από  διαφορετικές απόψεις διαφορετικών χαρακτήρων. Η ταινία κάνει αναφορά στο «High Noon» από αρκετές απόψεις: έχει μία απλή δομή που είναι εύκολα κατανοητή από τον καθένα, έχει το ρολόι που μετράει τις ώρες και το τρένο που φτάνει στο χωριό. Και τους ξένους που βρίσκονται στο τρένο. Και φυσικά την αγωνία, σαν θρίλερ. Τα μυστικά κουτσομπολιά που κυκλοφορούν στην πόλη. Στο τέλος όλα αλλάζουν, όμως όλοι θα θυμούνται αυτές τις λίγες ώρες που είχαν δραματική επίδραση στη ζωή της κοινωνίας του χωριού.

Ποια είναι η κατάσταση στην κινηματογραφική βιομηχανία της Ουγγαρίας σήμερα;

Ο ουγγρικός κινηματογράφος ανέκαθεν είχε επιτυχία στα φεστιβάλ αλλά είναι πραγματικά καλή εποχή τα τελευταία χρόνια με δύο Όσκαρ, και τη Χρυσή Άρκτο στην Ildikο Enyedi (σ.σ. τη σκηνοθέτρια του «On Body and Soul», που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το 2017). Ο ουγγρικός κινηματογράφος έχει επίσης πολύ χρώμα και η Ουγγαρία είναι υπερήφανη για την κινηματογραφική της κουλτούρα. Κάθε χρόνο βγαίνουν νέα ταλέντα, όπως αυτή την εβδομάδα: πάλι μία πρώτη ταινία που γνωρίζει επιτυχία στις Κάννες (σ.σ. η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Zsοfia Szilagyi’s «One Day» (Egy nap), που προβλήθηκε με επιτυχία στην Εβδομάδα των Κριτικών στις φετινές Κάννες και διαγωνίζεται για τη Χρυσή Κάμερα). 

Πιστεύετε ότι διαμορφώνεται σήμερα ένα ενιαίο ευρωπαϊκό προφίλ στον κινηματογράφο ή κάθε χώρα έχει το δικό της στιλ, τις αναφορές και το κοινό;

Μία ταινία είναι κάτι το προσωπικό και θα έπρεπε να χρησιμοποιεί τη δική της γλώσσα και να επικεντρώνεται στους δικούς της ήρωες. Φυσικά η γλώσσα και η χώρα είναι καθοριστικές με πολλούς τρόπους. Η Ουγγαρία έχει μακρά και επιτυχημένη κινηματογραφική παράδοση και έχει μία σημαντική θέση στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

Κάποιοι από τους σκηνοθέτες που αγαπάτε και σας έχουν επηρεάσει;

Πριν γυρίσω το «1945» παρακολούθησα νεορεαλισμό. Ιταλικές ταινίες του Vittorio De Sica και του Rossellini. Επίσης παρακολούθησα από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 και αρχές ’50 ταινίες του Ingmar Bergman όπως «Η Έβδομη σφραγίδα». Άλλοι αγαπημένοι μου είναι σκηνοθέτες του τσέχικου και γαλλικού new wave: Forman, Menzel, Godard, Truffaut. 

Τι θα είναι η επόμενη ταινία σας;

Δουλεύω και πάλι επάνω σε ένα φιλμ εποχής, μία ταινία αθλητική, για κολυμβητές, μία ταινία ενηλικίωσης που διηγείται την ιστορία του πρώτου μας Ολυμπιονίκη, Alfréd Hajοs, που κέρδισε στους Αγώνες της Αθήνας, το 1896. Ήταν ένα φτωχό εβραιόπουλο και αργότερα έγινε ένας διάσημος αρχιτέκτονας. Μία πραγματική ιστορία.

26.6.18

In Darkness (2018)












Μία τυφλή πιανίστρια, η Sofia (Natalie Dormer), ακούει κατά λάθος ένα περίεργο θόρυβο στο διαμέρισμα πάνω από το δικό της ενώ την επομένη διαδίδεται αμέσως το νέο για τον βίαιο θάνατο της γειτόνισσάς της, Veronique (Emily Ratajkowski). 

Πρόκειται για την αρχή ενός ταξιδιού που ωθεί τη Sofia σε θανάσιμους κινδύνους μιας και έρχεται σε επαφή με τον πατέρα της εκλιπούσας, τον Milos Radic (Jan Bijvoet), έναν Σέρβο επιχειρηματία και φερόμενο ως εγκληματία πολέμου που κατηγορήθηκε για πράξεις γενοκτονίας κατά τον πόλεμο της Βοσνίας, ζητώντας στο Λονδίνο πολιτικό άσυλο. 

Αγνοώντας την αλήθεια, η Sofia ρισκάρει την ζωή της ψάχνοντας απαντήσεις και βυθιζόμενη σε έναν σκοτεινό κόσμο διαφθοράς, βαναυσότητας και του εκβιασμού. Καθώς τα μυστικά και από το δικό της παρελθόν θα συνδεθούν με έναν περίεργο τρόπο με τον φαύλο κύκλο απάτης του Radic, η Sofia θα επιδιώξει να εκδικηθεί για όσα η ίδια υπέφερε.


6.6.18

Η Προσβολή | The Insult (2017)
















Λιβανέζικη ταινία, σκηνοθεσία Ζιάντ Ντουεϊρί με τους: Αντέλ Καράμ, Κάμελ Ελ Μπάσα, Καμίλ Σαλαμέχ 

Όταν μια λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν Λιβανέζο φανατικό χριστιανό κι έναν Παλαιστίνιο πρόσφυγα κλιμακώνεται, η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο και παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.


Κριτική από  Χρήστο Μήτση | Αθηνόραμα, 12.4.2018

Όταν η λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν Λιβανέζο φανατικό χριστιανό κι έναν Παλαιστίνιο πρόσφυγα κλιμακώνεται, η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο και παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το άλυτο μεσανατολικό πρόβλημα γίνεται με έντεχνο, συγκινητικό όσο και διδακτικά «χολιγουντιανό» τρόπο πεζή καθημερινότητα μέσα από ένα καλογραμμένο δικαστικό δράμα, υποψήφιο για ξενόγλωσσο Όσκαρ και βραβευμένο στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Η «Προσβολή» αποτέλεσε τη φετινή έκπληξη των οσκαρικών υποψηφιοτήτων στην ξενόγλωσση κατηγορία, καθώς η είσοδός της στην πεντάδα, η οποία ήταν και η πρώτη στην ιστορία για λιβανέζικη ταινία, άφησε έξω φαβορί όπως το «Μαζί ή Τίποτα» του Φατίχ Ακίν και το «Foxtrot» του Σάμιουελ Μάοζ. Όποιος όμως γνωρίζει τα κριτήρια των μελών της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και δει το φιλμ του Ζιάντ Ντουεϊρί, σκηνοθέτη του πολιτικού θρίλερ «Η Επίθεση» (2012) και βοηθού καμεραμάν σε ταινίες του Κουεντίν Ταραντίνο, θα καταλάβει αμέσως το προφανές της επιλογής. Όπως και η «Επίθεση», η «Προσβολή» είναι ένα –λιγότερο αγωνιώδες– κοινωνικοπολιτικό δράμα, το οποίο μέσα από μια ανθρώπινη­ ιστορία-ταξίδι αυτογνωσίας επιχειρεί να περιγράψει τον αέναο κύκλο αίματος που «σφίγγει» την καθημερινότητα στη Μέση Ανατολή. 

Κομμάτι της και αυτή του Λιβάνου, όπου χριστιανοί και μουσουλμάνοι­ συμβιώνουν με ένταση μέσα σε ένα μωσαϊκό εθνών, γλωσσών, ηθών κι εθίμων. Έτσι αυτό που ξεκινάει ένα πρωί ως απλή αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν Λιβανέζο φανατικό χριστιανό, του οποίου η (παράνομη) υδρορροή ρίχνει νερά στο δρόμο, κι έναν Παλαιστίνιο πρόσφυγα, μηχανικό ο οποίος επιβλέπει τα έργα που γίνονται μπροστά από την εν λόγω πολυκατοικία, μετατρέπεται σε λογομαχία, λεκτική προσβολή, ανεπιτυχή προσπάθεια συμβιβασμού, χειροδικία και τελικά προσφυγή στη δικαιοσύνη. Μόνο που στη δικαστική αίθουσα, ενώ το αρχικό ζητούμενο δεν είναι παρά μια συγγνώμη, μεταφέρονται ολόκληρη η πρόσφατη Ιστορία της χώρας και το άσβεστο μίσος το οποίο αυτή έχει κληροδοτήσει στα αλληλοσπαρασσόμενα παιδιά της.

Επιδέξιος σεναριογράφος και σκηνοθετικός αφηγητής, ο Ντουεϊρί περιγράφει στην ψυχολογική λεπτομέρειά τους τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες (βραβείο ερμηνείας­ για τον «Παλαιστίνιο» Κάμελ Ελ Μπάσα στο Φεστιβάλ Βενετίας) και κλιμακώνει έντεχνα τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Προσθέτει έναν αριστουργηματικά «γκρίζο» ως προς τα κίνητρα και τις πρακτικές του συνήγορο πολιτικής αγωγής, εμφυτεύει παράπλευρα στη βασική διαμάχη ηθικά διλήμματα, όπως αυτά που γεννούν η γέννηση της κόρης του κατηγόρου και οι επαγγελματικές πιέσεις τις οποίες δέχεται ο κατηγορούμενος, και κορυφώνει την ένταση εισάγοντας σοκαριστικά ιστορικά ντοκουμέντα που ανάγουν το προσωπικό σε κοινωνικό και το ψυχολογικό σε πολιτικό. 

Όλα αυτά γυαλισμένα με «χολιγουντιανή» κινηματογραφική καθαρότητα, η οποία αφήνει ελάχιστα πράγματα για τη φαντασία του θεατή και μιλάει για μια πολύπλευρη σύγχυση τραβώντας ξεκάθαρες ιδεολογικές γραμμές (οι άνθρωποι μπορούν να συνεννοηθούν, οι πολιτικές τους όχι), ενώ κάποιες φορές φτάνει στα όρια της απλοποίησης και του διδακτισμού. Το δε άψογα στημένο δράμα, για να γίνει πιο συγκινητικό και αγωνιώδες, επιστρατεύει συμπτώσεις οριακά πειστικές μα τόσο οσκαρικά λατρεμένες (η σχέση των δύο συνηγόρων, το αμάξι που δεν παίρνει μπροστά…).